ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΚΑΡΙΑ

 

 

Α Φ Ι Ε Ρ Ω Μ Α

Εις την Οσιωτάτη και Περιλημένη Μητέρα ημών

 + Μοναχή Μακαρία Δεσύπρη,

Καθηγουμένη και Κτιτόρισσα Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και Αγίου Εφραίμ,

Όρους Άμωμων Αττικής

Μνήμη, Ευγνωμοσύνη και Αγάπη

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΗΣ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗΣ +ΜΟΝΑΧΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ ΔΕΣΥΠΡΗ (1911-1999)

Οσιωτάτη Καθηγουμένη +Μοναχή Μακαριά, κατά κόσμον Μαργαρίτα Δεσύπρη, έγεννήθη την 12ην Μαρτίου 1911 στο χωριό Φαλατάδο της Τήνου. Γόνος πολύτεχνης ευσεβούς οικογένειας εγαλουχήθη στα νάματα της Ορθοδοξίας από τους ευσεβείς γονείς της, Μαρίνα και Γεώργιο, ιδιαίτερα δε από τον ιερέα πάππο της εκ μητρός, π. Αντώνιο, ον και υπερηγάπα.

Η ευσεβής μήτηρ της, ως άλλη Εμμέλεια ηξιώθη νά αφιέρωση στον Κύριο δύο θυγατέρας μοναχάς, την Μοναχή Πελαγία και την Μακαριστή Καθηγουμένη μας, και έναν υιό ιερέα, τον π. Ανδρέα Δεσύπρη, τον μόνο επιζώντα σήμερον.

Προσήλθεν στην ταξί των Μοναχών ως Δόκιμος στις 11 Δεκεμβρίου 1930· εκάρη Μοναχή στις 31 Ιουνίου 1932 από τον μακαριστό Ιερομόναχο Πέτρο Βλοτίλδη και στις 29-6-1935 εχειροτονήθη σε Μεγαλόσχημο επί Μακαριωτάτου Χρυσοστόμου στην Ιερά Μονής Αγίου Ιεροθέου στα Μέγαρα Αττικής.

Όμως ο Κύριος της Δόξης την εκάλει δι' άλλους αγώνας. Η περίοδος της Κατοχής την ευρίσκει στις γυναικείες φυλακές του Αβέρωφ στην Αθήνα, όπου παρηγορούσε φυλακισμένες και περιέθαλπε μετά αγάπης πολλής τα τέκνα τους.

Το καλοκαίρι του 1945 επισκεφθείσα την Νέα Μάκρη Αττικής ανηφόρησε δια να ανάψη το καντηλάκι των ερειπίων τής πάλαι ποτέ Σταυροπηγιακής ανδρώας Ιεράς Κοινοβιακής Μονής του Όρους των Αμώμων, όπως αργότερα τής απεκαλύφθη θαυμαστώς έκτοτε, πληροφορηθείσα εσωτερικώς ότι «ο τόπος ούτος Άγιος έστι» παρέμεινεν αδιαλείπτως μέχρι την εκδημία της.

Εγκατασταθείσα στα ερείπια διεβίωσε στο κελλίο της με αφαντάστους στερήσεις, κάτω από τελείως αντίξοες συνθήκες. Την νύκτα έπλεκε κάλτσες «διά να προσπορίζεται τα προς το ζην» και την ήμερα «ξέθαβε» τα ερείπια του μικρού ναΐσκου του Ευαγγελισμού, διότι ήθελε να εύρη τους θεμέλιους λίθους των Πατέρων και επ' αυτών να ανοικοδόμηση τον Ναόν και τα κελλία των Μοναχών.

Πολλάκις ησθένησεν και παρέμεινε στο κελλίο της «πυρέσουσα εν καιρώ χειμώνος» χωρίς σκεπάσματα, χωρίς πόρτες και παράθυρα. Περαστικός τις τσοπάνος της έριξε την κάπα του, όταν αντελήφθη, ότι έζη άνθρωπος ασθενής στα ερείπια ταύτα.

Όμως ό Θεός της επεφύλασσεν υψίστη τιμή: την αποκάλυψι των Λειψάνων του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Εφραίμ του Θαυματουργού μετά πεντακοσίων χρόνων κατάκρυψι στην γη.

ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

Καθισμένη πάνω στα ερείπια του παλιού Μοναστηριού, όπου ή θεία πρόνοια ωδήγησε τα βήματα μου, έφερνα τον στοχασμό μου σε χρόνια περασμένα, σε παλιούς καιρούς, όταν σκορπισμένα ήταν παντού τα κόκκαλα των Αγίων, πού με το αίμα τους ποτίστηκε το δέντρο της Ορθοδοξίας. Και καθώς καταγινόμουν στο καθάρισμα απ' τα χαλάσματα της Ιεράς Μονής, αναλογιζόμουν ότι βρίσκομαι σε ιερό τόπο, και έλεγα· Θεέ μου αξίωσε με την ανάξια δούλη σου να ίδω έναν από τους πατέρας πού έζησαν εδώ. Και ενώ πέρασε αρκετός καιρός κατά τον όποιο συνεχώς παρακαλούσα, ένιωθα μία φωνή μέσα μου να μου λέγει: «σκάψε εκεί και θα βρεις αυτό πού επιθυμείς» και θαυμαστώς μου υπέδειξε με τρόπο μυστηριακό ένα κομμάτι γης στο προαύλιο του Μοναστηριού. Ό καιρός περνούσε και ή φωνή πιο δυνατή, πιο φλογερή με προέτρεπε· «Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς» κι έδειξα τον τόπο στον εργάτη πού είχα φωνάξει εκείνες τις μέρες για μία μικρή επισκευή στο παλιό Ηγουμενείο. Εκείνος ό άνθρωπος δεν ήταν πρόθυμος να σκάψει εκεί πού με ωθούσε ή εσωτερική φωνή. Ήθελε να σκάψει κάπου πιο πέρα, οπουδήποτε άλλου. Στην επιμονή του τον άφησα να πάει όπου ήθελε, και εγώ έμεινα εκεί και προσευχόμουν να μην μπορεί να σκάψει, να βρίσκει βράχους, για να αναγκαστεί να έλθει στον τόπο πού με ωθούσε εκείνη ή φωνή.

Και πράγματι, ενώ προσπάθησε σε τρία-τέσσερα μέρη, συνεχώς έβρισκε βράχους και γι' αυτό επέστρεψε εις τον τόπο πού αρχικώς του υπέδειξα.

Ο τόπος εκείνος από το τζάκι, τις τρεις θυρίδες, το μισογκρεμισμένο τοίχο, όλα αυτά μαρτυρούσαν πώς κάποτε υπήρξε κελί κάποιου Μοναχού και πού έμειναν τα ερείπια αυτά για να μας πουν το δράμα πού κάποτε συνέβη εκεί.

Καθαρίσαμε τον τόπο από τις πέτρες, και άρχισε ο εργάτης εκείνος να σκάβη κάπως νευρικά, κάπως θυμωμένα και επειδή φοβόμουνα να μη μου κάνη ζημιά, του είπα: «μην βιάζεσαι, μην κουράζεσαι, κάνε πιο σιγά», άλλ' επειδή δεν με άκουγε και έσκαβε με τον ίδιο ρυθμό, τού είπα: «Μήπως είναι και κανείς θαμμένος και κάνεις ζημιά! Σε παρακαλώ, πρόσεχε». Και τότε κατάλαβε και μου είπε «νομίζεις ότι θα είναι αλήθεια αυτό πού έχεις στο νου σου;» Και αλήθεια ήμουν τόσο βεβαία σαν να τον έβλεπα. Και προχωρώντας τώρα εις την αγία και ιεράν εκταφή, και φθάνοντας περίπου ένα και εβδομήντα βάθος πρώτα έφερε εις το φως ο κασμάς το κεφάλι τού άνθρωπου του Θεού. Την ίδια δε στιγμή σκορπίστηκε άρρητη ευωδία σε όλη τη γύρω ατμόσφαιρα. Ό εργάτης χλώμιασε, δέθηκε ή γλώσσα του, κόπηκε ή μιλιά του.

«Άφησε με μόνη, σε παρακαλώ», είπα στον εργάτη, και απομακρύνθηκε.

Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα τού Άγιου και αισθάνθηκα βαθειά την έκταση του μαρτυρίου του.

Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απόκτησα μεγάλο θησαυρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματος του, πού, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν είχε αλλοιωθεί.

Χαρακτηριστικόν, ότι επρόκειτο για κληρικόν, είναι το ότι παίρνοντας το χώμα εις την θέσιν όπου ήσαν τα άγια του χέρια, είδα το στρίφωμα του μανικιού του ράσου, πού δεν υπήρχε ούτε ή ελάχιστη σκόνη, ολοκάθαρο, χονδροϋφασμένο από αργαλειό του παλαιού καιρού· το πάχος της κλωστής ήταν πάνω από χιλιοστό και προχωρώντας κάτω εις τα πόδια και πάλιν να! το στρίφωμα τού ράσου του, όπως και εις τα χέρια του ολοκάθαρο, και τα πέλματα του είχαν αποτυπωθεί στο χώμα. Δεν ήξευρα τι πρώτα να κάνω να χαρώ ή να τον κλάψω· πώς βρέθηκε εκεί θαμμένος ο τού Θεού άνθρωπος; Τι να είχε συμβεί; Τι, να είδαν τα μάτια του; Έλεγα, κάποιο δράμα θα συνέβη. Και προσπαθώντας να καθαρίσω τα οστά από τη λάσπη των δακτύλων του έθρυμματίζονταν, διότι ή βροχή είχε ποτίσει μέχρι κάτω το βάθος του τάφου του, γι' αυτό και τα έτοποθέτησα, όπως ήταν στην θυρίδα, πού ήταν πάνω από τον τάφο του.

-  Μα τι να σας πω και για κείνη την βροχή; Λες και ο Ουρανός έριχνε ασημένια φυλλαράκια με τα όποια έραινε τον Άγιο και τον τάφον του.

Ήταν βράδυ, διάβαζα τον Εσπερινό, ήμουν μόνη ακόμα σ΄ αυτόν τον άγιο τόπον, πού μ' έφερε ό Κύριος να τον υπηρετήσω, και ξαφνικά ακούω βήματα, πού ξεκινούσαν από το βάθος του τάφου, προχώρησαν εις την αυλή και έφτασαν εις την πόρτα της Εκκλησίας. Τα βήματα του ήκούοντο δυνατά και σταθερά τόσον, ώστε ένιωσα μέσα μου ότι ήτο ή μόνη φορά πού φοβήθηκα, αισθάνθηκα το αίμα μου να μουδιάζει εις το κεφάλι μου και από το φόβο μου ούτε γύριζα πίσω να ιδώ, οπότε ακούω τη φωνή του να μου λέγει:

«Έως πότε θα με έχεις εκεί πέρα; Κι αυτός που μου έβαλε το κεφάλι μου έτσι ....» Τότε γύρισα και τον είδα ήτο υψηλός εις το ανάστημα, με μάτια μικρά στρογγυλά, με ελαφριές ρυτίδες στην άκρη, τα γένια του έφθαναν και εκάλυπταν τον λαιμό, και κάπως εδώ και εκεί με χάρι εδιχάζοντο πλαγίως και έμπροσθεν και ολίγον σγουρά, χρώματος μαύρου, με όλη την μοναχική αμφίεση· στο αριστερό του χέρι υπήρχε φως υπέρλαμπρον και το δεξί του χέρι ευλογούσε.

-  Ή ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση και χαρά ανεκλάλητο· πήρα θάρρος και δύναμι, ο φόβος εξαφανίστηκε, τον ένιωσα δικό μου και του είπα.

Συγχώρησέ με, και αύριο, μόλις ξημερώσει ο Θεός την ήμερα θα σε περιποιηθώ, και αμέσως έγινε άφαντος, και συνέχισα τον Εσπερινό μου εν ειρήνη. Το πρωί μετά την ακολουθία του Όρθρου επήρα τα άγια οστά και τα εκαθάρισα από τα χώματα, τα έπλυνα καθαρά, και τα απόθεσα στο Λερό σε μία παλιά θυρίδα, αφού άναψα και ένα καντηλάκι.

Το βράδυ τής ιδίας ημέρας βλέπω στον ύπνο μου τον Όσιον άνθρωπον του Θεού μέσα εις την Εκκλησίαν όρθιον, αριστερά όμως και κοντά στον Άγιο, είδα όρθια και στο ανάστημα τού Αγίου, μια περίλαμπρη ωραιότατη εικόνα του Άγιου, πού την κρατούσε με το ένα του χέρι αγκαλιασμένη. Ήταν από παλαιό ασήμι σφυρηλατημένη και με το χέρι εργασμένη, δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι και εγώ τού έβαλα μία λαμπάδα αναμμένη από καθαρό κερί, και τότε άκουσα την φωνή του να μου λέγει:

«Σ' ευχαριστώ πολύ. Ονομάζομαι Εφραίμ».

Πέρασε αρκετός καιρός και είχα μέσα μου μία απορία για τούτο το περιστατικό. Μία μέρα. και μετά το τέλος του Εσπερινού, καθώς άπλωσα το χέρι μου για να κλείσω την πόρτα τής Εκκλησίας ακούω τρία χτυπήματα, σαν από κεχριμπαρένιο κομπολόι. Κατάλαβα ότι ήταν ο Άγιος, εμπήκα στο ιερό, διότι είχα εκεί τοποθετημένα τα Αγία του λείψανα, άναψα ένα κεράκι και προσκύνησα. "Αλλά τι να πω και τι να λαλήσω δια την ουράνιον εκείνην ευωδία πού ανέπεμπαν τα άγια του Λείψανα! Χείμαρρος πραγματικός επλημμύρισε όλο μου το είναι, αισθάνθηκα εντός μου τον Παράδεισον, μα και την ταπεινότητα μου σ' αυτό το μεγαλείο.

Το 1950 η Μακαριστή Γερόντισσα πλαισιωθελίσα από  τας πρώτας προσελθούσας Μοναχάς προέβη στην ανασύστασι τής παλαίφατης Μονής και μέσα από πολύχρονους στερήσεις, κόπους και αγώνας, «την ανέδειξε μεγάλο προσκυνηματικό κέντρο τής Παγκόσμιας Ορθοδοξίας» χάρι στην δύναμη του Θαυματουργού "Αγίου μας Εφραίμ, όπως ομολογούν σύγχρονα μεγάλα πνευματικά αναστήματα.

Το «θαυμαστό Σέμνωμα» του Όρους των Άμωμων ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Εφραίμ ο Θαυματουργός, χάριτι Θεού και αόκνοις προσπάθειαις τής Μακαριστής Καθηγουμένης Μακαριάς κατέστη γνωστός απανταχού σχεδόν τής Γης και ως σύγχρονος κολυμπήθρα του Σιλωάμ παρέχει «πάσιν τοις αιτούσιν ιάματα».

Ή «Μητέρα Μακαρία», η «Μάννα των πονεμένων», όπως την απεκάλουν οι ίδιοι οι πιστοί, διότι έτσι την αισθάνονταν, σ' όλο τον επίγειο βίο της, παρά τα αλεπάλληλα εμφράγματα πού είχε υποστεί, τον σακχαρώδη διαβήτη, πού την εταλαιπώρει και το θραύσμα βλήματος πού έφερε στην κοιλιακή χώρα από τα χρόνια τής Κατοχής, περιχαρής διηκόνει πάντα πιστόν προσερχόμενο και εξαιτούντα την Αγία Προσευχή της. Σχεδόν νυχθημερόν προσηύχετο και ενουθέτει πνευματικά ορφανά, χήρας, διαζευγμένους, νέους και ασθενείς, επιστήμονας και βιοπαλαιστάς, μοναχούς και μοναχάς. Πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι τής εζήτουν να ευλόγηση τις διατριβές τους, εκπαιδευτικοί το έργο τους και δικαστικοί τις οικογένειες τους.

Ακάματη στην διακονία του Θείου Λόγου, αυστηρά αφοσιωμένη στην "Ορθόδοξη Λατρεία, ασκήτρια στην μοναχική της ζωή. «ετρέφετο με την λειτουργική ζωή. την μελέτη του Θείου Λόγου, την αδιάλειπτη προσευχή και την σιωπή».

Ολιγομίλητη με μία έκφραση «χαρμολύπης» διάχυτη στο γλυκό και τρυφερό, γεμάτο αγάπη και ταπείνωση βλέμμα της. προσπαθούσε να απόκρυψη τις πλούσιες δωρεές με τις όποιες την είχε περιβάλει ο Δωροθέτης Κύριος.

Η βαθύτατη πίστη της, η ευγένεια και το πράον του χαρακτήρος της, η διακριτικότητα, η ανεξικακία, η συγχωρητικότητα, η «χωρίς όρια φιλανθρωπία» της και ή απέραντη αγάπη της προς «πάντα άνθρωπον» σημάδεψαν καθοριστικά την Αγία της Μορφή.

Χωρίς οικονομικούς πόρους συνετήρει μέχρι το 1980 ορφανοτροφείο με 70 περίπου παιδιά σχολικής ηλικίας, στα όποια παρείχε στέγη, τροφή, ενδυμασία και παιδεία στοιχειώδους βαθμίδος, όσα δε επρόκοπτον στα γράμματα τα έφτασε μέχρι των Ανωτάτων "Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και σήμερον ομολογούν ότι «τα εχόρταινεν εκ του μηδενός». Δια να ανταπεξέλθη δε στις ανάγκες τους εξέθετε στον προαύλιο χώρο του Ζαππείου μεγάρου των Αθηνών εργόχειρα της αγάπης της. μη φειδομένη χρόνου, κόπου, μόχθου και αποστάσεων.

Αν και δεν είχε Πανεπιστημιακή μόρφωση, προέβη σε έκδοση Πατερικών κειμένων, «Λόγοι Ασκητικοί Βασιλείου του Μεγάλου» και σε σύνταξη Παρακλητικού Κανόνος και ακολουθίας Χαιρετισμών προς τον Άγιον της Εφραίμ, τον όποιον υπερηγάπα. Τα θαύματα δε του οποίου κατέγραψε και εξέδωσε σταδιακά σε (10) δέκα τόμους δια να στηρίζει και να ενδυναμώνει τους πιστούς. Επεδίδετο ακόμη και στην Αγιογραφία Ιερών Μορφών της Ορθοδοξίας μας.

Απαντούσε καθημερινά σε πλήθος τηλεφωνημάτων και επιστολών πιστών που εδέχετο, ενώ προσηύχετο θερμά και εσταύρωνε υπομονετικά με τεμάχιο Ιερού Λειψάνου του Άγιου τους ευσεβείς πού ζητούσαν την προσευχή της.

Ετέλεσε ατομικές και ομαδικές βαπτίσεις Βορειοηπειρωτών τους οποίους εφιλοξένησε επί διετία μετά των οικογενειών τους στον ξενώνα της Μονής.

Το μελίρρυτο στόμα της ακαταπαύστως μέχρι τελευταίας αναπνοής εδόξαζε τον Κύριο, την Παναγία Παρθένο και τον Άγιον της Εφραίμ στον όποιο ανέθετε «πάσαν την ζωήν ημών».

Δεν αξιώθηκε να ζήση την επίσημη αναγνώρισι του Μεγάλου Αγίου της, ενώ διαρκής πόθος της ήταν να πάρει ή ίδια με τα χέρια της από το Πατριαρχείο την πολυπόθητη Πατριαρχική Πράξι της Αγιεπωνυμίας.

Ό Κύριος της Δόξης επέτρεψε σε βαθύτατο γήρας να σήκωση μεγάλο σταυρό. Τον σήκωσε με καρτερία και σιωπή. Αντιμετώπι

Την προτεραία τής Αγίας Κοιμήσεως της έψαλε με χαρά με παρευρισκόμενο Ιερέα Αναστάσιμα Τροπάρια στο κρεβάτι του πόνου.

Η τελευτή της υπήρξεν απολύτως ήρεμη και οσιακή· άλλωστε την είχε προείπει προ δεκαετίας και πλέον.

Η Αγία Ψυχή της, ασφαλώς χειραγωγημένη από τον Άγιον της Μεγαλομάρτυρα Εφραίμ τον Θαυματουργόν, αφού μετέλαβε των Άχραντων Μυστηρίων, επέταξε στους Ουρανούς, όπου και άνηκε, στις 23-4-99, ήμερα Παρασκευή περί ώρα 2:20 μ.μ. εορτή του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Άρρητος δε ευωδιά περιέβαλε αμέσως το Σεπτόν της Σκήνωμα στο δωμάτιο του Νοσοκομείου, όπου ενοσηλεύετο, οι δε παριστάμενοι ιατροί, νοσοκόμοι και μέλη τής ακολουθίας τής δακρυρροούντες «εθαύμαζον» δια τα γενόμενα.

Τηλεόραση και Τύπος ανήγγειλαν την εκδημία τής Μακαριστής πια +Μοναχής Μακαριάς Καθηγουμένης Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού και Αγίου Εφραίμ Όρους Άμωμων Αττικής.

Το Σεπτό της Λείψανο εξετέθη σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα εντός του Καθολικού τής Ιεράς Μονής τής οποίας υπήρξε Χάριτι Θεού Κτιτόρισσα και Καθηγουμένη επί ήμισυ αιώνα διά την οποίαν Μονήν ηνάλωσε εαυτόν μέχρι τελευταίας αναπνοής παραμείνασα πιστή στην διακονία του Σαρκωθέντος Λόγου, τής Σταυρωθείσης Αγάπης.

Χιλιάδες πιστοί την προσκύνησαν και περίπου πέντε χιλιάδες την συνόδεψαν στην τελευταία της κατοικία παρά την δυνατή βροχή πού έπεφτε συνεχώς. Κηδεύτηκε πανδήμως υπό πλήθους πιστών μοναχών και ιερέων, παρουσία των τοπικών Άρχων, του Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος κ.κ. Κλεόπα, χοροστατούντος του Θεοφιλέστατου Επισκόπου Διαυλείας κ.κ. Δαμασκηνού Καρπαθάκη, όστις μετά των λοιπών ομιλητών και εξήρε την «μεγάλη αυτή μορφή του σύγχρονου γυναικείου μοναχισμού», της «Ταπεινής και φιλαγάθου Καθηγουμένης» του Αγίου Εφραίμ.

Τέλος ευλαβικά εναπόθεσαν το πολυβασανισμένο Όσιο Σώμα της στον απόμερο τάφο πού είχε πρό ετών ή ίδια ετοιμάσει στον Άβατο προαύλιο χώρο της Ιεράς Μονής της «για να αφουγκράται τις ψαλμωδίες και να θεάται τα ένδοξα και εξαίσια πού ο Άγιος επιτελεί στους μετά πίστεως προσερχόμενους στην Μονή Του».

Ας είναι ή Ουράνια ζωή σου. Μητέρα Μακαρία, αγγελική, όπως και ή επίγεια βιοτή σου και ή 'Αγία Ευχή σου πού «χάρισε στην Οικουμενική "Ορθοδοξία τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Εφραίμ » πάντα να μας εύλογη, να μάς συγχωρεί και να μας αξιώσει της Επουρανίου Βασιλείας. "Αμήν.

 

Αιωνία Σου ή μνήμη. Πολυσέβαστη και Πεφιλημένη Μητέρα μας.

Εις τα πνευματικά μου τέκνα τάς Μοναχάς

Υπερήφανος Μοναχός δένδρον άριζον και ου μη φέρη προσβολήν

άνεμου. Και ωσάν ή

σαπουνόφουσκα μόλις ραγείσα

αφανίζεται· ούτω και ή μνήμη

του υπερήφανου μετά θάνατον

αφανίζεται. Και όπως ή προσευχή

του ταπεινού κάμπτη τον Θεόν,

τοιοτοτρόπως και ή προσευχή του

υπερήφανου παροργίζη τον Ύψιστον

αγαπητά μου τέκνα και

θυγατέρες μου εν Κυρίω.

Αγαπήσατε τας ύβρεις και

ατιμίας, τας ταπεινώσεις και

εξουδενώσεις και εξουδενώσεις

ίνα ο Κύριος σας συναριθμήση

εν τω χορώ των Μοναζόντων

και των Μαρτύρων αγαπήσατε τας ύβρεις· τας ατιμίας

μετά λογισμού ταπεινού και

να πιστεύσητε ότι ουδέν είστε

και όταν αυτό πιστεύσητε

εντός σας, τότε ο Κύριος θα

ελεήση τεκνίον μου την

καρδίαν σου και θα σωθήτε

παιδιά μου δια της

ευλογημένης ταπεινώσεως.

 

Η μητέρα σας Μακαριά Μοναχή

έγραφον εν τω κελλίω μου 12-8-64